abysmal en Griego

Pronunciación
(Lex). αβυσσαλέος, απύθμενος, απροσμέτρητος

Ejemplos

Every day tens of thousands of drivers queue up like refugees at the borders of the European Union, in abysmal conditions.
Καθημερινά δεκάδες χιλιάδες οδηγοί σχηματίζουν ουρά, όπως οι πρόσφυγες, στα σύνορα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπό φοβερές συνθήκες.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I think it is absolutely abysmal that you have done that.
Θεωρώ ότι αυτό που κάνετε είναι ανεκδιήγητο.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Energy efficiency in the developing world is abysmal.
Η έλλειψη ενεργειακής επάρκειας είναι αβυσσαλέα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

difficult: low, buried, abstract, incisive, deep, rich, abstruse



dictionary extension
© dictionarist.com