amount en Griego

Pronunciación
ουσ. ποσό
ρήμ. ανέρχομαι, συμποσούμαι

Ejemplos

The consumerist society contributes to a continuous increase in the amount of household waste.
Η καταναλωτική κοινωνία συμβάλλει σε μια συνεχή αύξηση του όγκου των οικιακών αποβλήτων.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
There is a certain amount of European solidarity involved here, which should not be underestimated.
Αυτό ενέχει ένα ορισμένο βαθμό ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ο οποίος δεν πρέπει να υποτιμάται.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
When the amount of traffic doubles, the safety risk increases fourfold.
Όταν ο όγκος της κυκλοφορίας διπλασιάζεται, ο κίνδυνος ασφαλείας αυξάνεται κατά τέσσερις φορές.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
This is twice as many as in the USA, but with half the amount of air traffic.
Είναι διπλάσια από αυτά στις "ΠΑ, αλλά με τη μισή κίνηση εναέριας κυκλοφορίας.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
The combination of these steps and - what is worse - the initiative to make them permanent measures, amount to a road to hell.
Ο συνδυασμός των μέτρων αυτών και -το χειρότερο- της πρωτοβουλίας να καταστούν μόνιμα τα μέτρα αυτά ισοδυναμεί με πορεία προς την καταστροφή.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
It was decided for the moment to allocate small amounts to these objectives, but it is without doubt a step in the right direction.
Αποφασίσθηκε να διατεθούν επί του παρόντος μικρά ποσά στους στόχους αυτούς, όμως πρόκειται αναμφίβολα για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. "
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
(SK) The consumer society produces a huge amount of waste that makes people's lives a misery, particularly in large European cities.
(SK) " καταναλωτική κοινωνία παράγει τεράστια ποσότητα αποβλήτων, που εξαθλιώνει τις ζωές των ανθρώπων, ιδίως στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
We need to reduce amounts of waste in landfill and incineration.
Πρέπει να μειώσουμε τις ποσότητες των αποβλήτων που προορίζονται για τους ΧΥΤΑ και για αποτέφρωση.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Poland currently recycles the smallest amount of waste of any EU country - just 4%.
" Πολωνία ανακυκλώνει επί του παρόντος τη μικρότερη ποσότητα αποβλήτων από κάθε άλλη χώρα της ΕΕ - μόλις το 4%.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I regret that it is only Sweden and another four countries that provide aid amounting to 0.7%.
Λυπούμαι για το γεγονός ότι μόνο η Σουηδία και άλλες τέσσερις χώρες παρέχουν βοήθεια που ανέρχεται στο 0,7%.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

1. quantity: aggregate, measure, mass, bulk, number
2. sum: measure, quantity, total, number, whole, product
3. price: figure, expenditure, output, outlay
4. significance: effect, result, value, import



dictionary extension
© dictionarist.com