attenuated en Griego

Pronunciación
[attenuate] ρήμ. αραιώ, λεπτύνω, εξασθενώ

Ejemplos

In the particular case of the German Alcohol Monopoly, there are certain attenuating circumstances that allow it still to exist.
Στην προκειμένη περίπτωση του γερμανικού μονοπωλίου αλκοόλης, υπάρχουν ορισμένες ελαφρυντικές περιστάσεις που του επιτρέπουν να ισχύει ακόμα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
The risks of the so-called 'live attenuated vaccines' are no longer a threat, as new inactivated vaccines are now available.
Ο κίνδυνος από τα λεγόμενα "ζώντα εξασθενημένα εμβόλια" δεν συνιστά πλέον απειλή, καθώς νέα αδρανοποιημένα εμβόλια είναι διαθέσιμα σήμερα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

reduced in strength: weakened, attenuate, faded, decreased, reduced
of an electrical signal; reduced in amplitude with little or no distortion: decreased, reduced


dictionary extension
© dictionarist.com