boat en Griego

Pronunciación
ουσ. καράβι, βάρκα, πλοίο, σκάφος, πλοιάριο, λέμβος

Ejemplos

I see some fishing boats on the horizon.
Βλέπω βάρκες ψαράδων στον ορίζοντα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
The boat is going against the current.
Η βάρκα πλέει ενάντια στο ρεύμα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Tom has a boat.
Ο Τομ έχει μια βάρκα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
We're in the same boat.
Βράζουμε στο ίδιο τσουκάλι.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Europe cannot afford to miss the boat on this matter.
Ευρώπη δεν έχει περιθώρια να αφήσει ανεκμετάλλευτη αυτή την ευκαιρία.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
That means: ‘don’t rock the boat, guys – we are all in this together’.
Αυτό σημαίνει: «μην κουνάτε τη βάρκα, παιδιά – είμαστε όλοι μέσα».
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
To exercise this right, they have to invest in boats, fishing gear and safety equipment.
Για να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, πρέπει να επενδύσουν σε σκάφη, αλιευτικά εργαλεία και εξοπλισμό ασφάλειας.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
The existing boats are too big and too dependent on fossil fuels.
Τα υπάρχοντα σκάφη είναι πολύ μεγάλα και εξαρτώνται σε υπερβολικό βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Unfortunately, the Commission has only issued temporary permits for five boats using the electric stimulus method of fishing for sole.
Δυστυχώς, η Επιτροπή έχει εκδώσει μόνο προσωρινές άδειες για πέντε σκάφη που χρησιμοποιούν τη μέθοδο της ηλεκτρικής διέγερσης για την αλιεία γλώσσας.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
These boats were carrying people from North and sub-Saharan Africa.
Τα σκάφη αυτά μετέφεραν ανθρώπους από τη Βόρεια και την υποσαχάρια Αφρική.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

craft: vessel, ship, skiff, dinghy, canoe



dictionary extension
© dictionarist.com