extant en Griego

επίθ. υπάρχων, σωζόμενος


They are helping to fuel the scepticism and alienation about the EU that is extant in many Member States.
Συντελούν στην υποδαύλιση του σκεπτικισμού και της αποξένωσης που εμφανίζονται σε πολλά κράτη μέλη έναντι στην ΕΕ.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error


existent: alive, working, operative, functioning

dictionary extension
© dictionarist.com