heave en Griego

Pronunciación
ουσ. αγών, αγώνας, ανύψωση, ύψωση
ρήμ. σηκώνω, ρίχνω με δυσκολία

Ejemplos

on behalf of the ALDE Group. - Mr President, when Senator Obama became President Obama, we all heaved a sigh of relief.
εξ ονόματος της Ομάδας ALDE. - Κύριε Πρόεδρε, όταν ο Γερουσιαστής Obama έγινε Πρόεδρος Obama, όλοι αναστενάξαμε με ανακούφιση.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I look forward to heaving from the Council.
Αναμένω με ανυπομονησία τις απαντήσεις του Συμβουλίου.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

1. breathe: exhale, pant
2. raise: elevate, hoist, lift
3. vomit: retch
4. undulate: bulge, dilate, palpitate, expand, rise, swell
5. throw: hurl, fling, cast
6. slosh: roll, rock, bob, pitch, lurch, waft, ebb



dictionary extension
© dictionarist.com