hostess en Griego

ουσ. ξενιζούσα, οικοδέσποινα, συνοδός αεροπλάνου


I also dreamt that on the plane, as well as Mr Brok, there were some beautiful blonde hostesses from the Czech Republic.
Ονειρεύτηκα επίσης ότι στο αεροπλάνο, εκτός από τον κ. Brok, υπήρχαν πανέμορφες ξανθές αεροσυνοδοί της Τσεχικής Δημοκρατίας.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error


one who entertains guests: entertainer, host, master of ceremonies

dictionary extension