jostle en Griego

Pronunciación
ουσ. σπρώξιμο, ώθηση
ρήμ. σπρώχνω δυνατά, σπρώχνω, παραγκωνίζω

Ejemplos

It resulted in repression and there was jostling, brawling and the like.
Οδήγησε σε καταστολή και σημειώθηκαν συγκρούσεις, φασαρίες κλπ.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Every fifth homosexual has been jostled or kicked.
Ένας στους πέντε ομοφυλόφιλους έχει υποστεί σπρωξιές και κλοτσιές.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

shoulder: shove, bulldoze, crowd, thrust, elbow, bump


dictionary extension
© dictionarist.com