sending en Griego

Pronunciación
[send] ρήμ. στέλλω, αποστέλλω, πέμπω, στέλνω

Ejemplos

Tibby was sent back to the market place to gather information.
Έστειλα την Τίμπυ πίσω στην αγορά για να συγκεντρώσει πληροφορίες.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I had been chosen and at the tender age of only VI, I was sent off to the palace in Alexandria.
Επέλεξαν εμένα και στην τρυφερή ηλικία των μόνο εφτά χρονών, με έστειλαν στο παλάτι στην Αλεξάνδρεια.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
She didn’t know why they were always sending her such horrible messages.
Δεν ήξερε γιατί της έστελναν πάντα τέτοια φρικτά μηνύματα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
They were sending her instant messages and commenting on her Facebook photos.
Της έστελναν μηνύματα και σχολίαζαν τις φωτογραφίες της στο Facebook.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
They were sent to the headmaster’s office and as a result of their bad behaviour, they were suspended from school for one week.
Στάλθηκαν στο γραφείο του διευθυντή και ως αποτέλεσμα της κακής τους συμπεριφοράς, αποβλήθηκαν από το σχολείο για μία εβδομάδα.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
They called her terrible names and some people were sending messages to her phone.
Την έβριζαν και μερικοί άνθρωποι έστελναν μηνύματα στο κινητό της.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
He sent me his picture.
Αυτός μου έστειλε την εικόνα του.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I sent him my picture.
Του έστειλα την εικόνα μου.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I want to send a parcel to Japan.
Θέλω να στείλω ένα δέμα στην Ιαπωνία.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I want to send this letter to Japan.
Θέλω να στείλω αυτό το γράμμα στην Ιαπωνία.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

entrustment: delegation, commission, authorizing, assignment


dictionary extension
© dictionarist.com