succour en Griego

Pronunciación
επίθ. αρωγός
ουσ. αρωγή, περίθαλψη, βοήθεια
ρήμ. βοηθώ, έρχομαι, συντρέχω

Ejemplos

In this case, we must condemn the substance of the terrorists' claims, and should give them no succour in terms of a democratic vote.
Εν προκειμένω, οφείλουμε να καταδικάσουμε την ουσία των ισχυρισμών των τρομοκρατών, και όχι να τους ενισχύουμε μέσω μιας δημοκρατικής ψηφοφορίας.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Terrorist groups must be banned, and those who perpetrate violence, incite terrorism or give succour to terrorists should be tackled.
Οι τρομοκρατικές ομάδες πρέπει να απαγορευτούν, και όσοι διαπράττουν πράξεις βίας, υποκινούν την τρομοκρατία ή υποθάλπουν τους τρομοκράτες πρέπει να αντιμετωπιστούν.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
We will never, under any circumstances, give succour to those who seek to use force to undermine legitimate democratic institutions.
Ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν θα συνδράμουμε εκείνους που χρησιμοποιούν τη βία για την κατάλυση νόμιμων δημοκρατικών θεσμών.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
That is why we have abstained - so as not to give succour to such an illusion.
Για το λόγο αυτό απείχαμε, για να μην τροφοδοτήσουμε μια τέτοια ψευδαίσθηση.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Hopefully among these different alliances we can create conditions whereby the aid and succour can be delivered.
Ας ελπίσουμε ότι μεταξύ αυτών των διαφόρων συμμάχων μπορούμε να δημιουργήσουμε συνθήκες στις οποίες να μπορεί να παρασχεθεί βοήθεια και αρωγή.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

1. help: aid, assist, support, relieve, befriend
2. help: aid, sustenance, assistance, relief, support



© dictionarist.com