tiresome en Griego

Pronunciación
επίθ. κουραστικός, βαρετός

Ejemplos

That is why the theme is tiresome to so many.
Γι' αυτό το θέμα προκαλεί πλήξη σε πολλούς.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
A tiresome subject, as we all know, and as every air traveller finds out.
Ένα ακανθώδες ζήτημα, όπως όλοι γνωρίζουμε. Αυτό το βιώνουν όλοι οι επιβάτες των αερογραμμών.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
Madam President, the most tiresome political debates are the ritual political debates.
- (NL) Κυρία Πρόεδρε, οι πιο βαρετές πολιτικές συζητήσεις είναι οι τελετουργικές πολιτικές συζητήσεις.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
I find all this extremely tiresome.
Αισθάνομαι πολύ δυσαρεστημένη με όλα αυτά που συμβαίνουν.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
We know, too, that industrial interests in the EU found it tiresome that so much time had to be spent talking about agricultural policy.
Γνωρίζουμε επίσης πως η βιομηχανία της EE θεώρησε ενοχλητικό το ότι ήμασταν, γενικώς, υποχρεωμένοι να μιλάμε τόσο πολύ για την αγροτική πολιτική.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error
We are once again having to deal with this tiresome issue of comitology.
Θα πρέπει, ως γνωστόν, να ασχοληθούμε και πάλι με το δυσάρεστο θέμα της επιτροπολογίας.
pronunciation pronunciation pronunciation Informar de un error

Sinónimos

1. tiring: annoying, vexatious
2. dull: tedious, monotonous, boring, fatiguing, humdrum, wearisome



dictionary extension
© dictionarist.com